Μεγάλες δημιουργίες σε ανάπλαση

H Bjorkestra. Στο κέντρο η Becca Stevens και αριστερά της ο Travis Sullivan.

 

Σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό Guardian, από το 2002, μέσα σε μια δεκαετία οι πωλήσεις των άλμπουμ στις Ηνωμένες Πολιτείες συρρικνώθηκαν σχεδόν κατά τα δύο τρίτα. Ο εβδομαδιαίος δείκτης πωλήσεων συνεχίζει την κατακόρυφη πτώση του φτάνοντας στις χαμηλότερες τιμές του από το 1991 που καθιερώθηκε να μετριέται με το σύστημα Nielsen SoundScan. «Το άλμπουμ πεθαίνει μπροστά στα μάτια μας. Όλοι ενδιαφέρονται για τα σινγκλ και κανείς δεν έχει χρόνο να καθίσει και να ακούσει ένα έργο που διαρκεί μια και πλέον ώρα» γράφει ο μουσικός αναλυτής Bob Lefsetz. Υπ’ αυτές τις συνθήκες για να κρατηθούν τα στατιστικά σε ανεκτό επίπεδο, αντί του παραδοσιακού τρόπου μέτρησης, έχει προταθεί η πώληση 10 τραγουδιών να αντιστοιχεί με εκείνη ενός άλμπουμ.

Η τζαζ βέβαια δεν είναι ο καταλληλότερος χώρος για να μιλά κανείς με όρους αγοράς, αφού βλέπουμε να στηρίζεται ολοένα και περισσότερο είτε σε ανεξάρτητες παραγωγές των ίδιων των καλλιτεχνών που πολλές φορές μάλιστα γίνονται εφικτές με τη συνδρομή-συμμετοχή του κοινού (του λεγόμενου crowdfunding, με γνωστότερο το kickstarter), είτε σε μικρές εταιρίες που διευθύνονται από αφοσιωμένους θαυμαστές της. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ο τρομπετίστας Dave Douglas, που όταν έκλεινε πριν από λίγο καιρό τα 50 είχε ήδη φτάσει στους 40 προσωπικούς δίσκους και η εταιρεία του Greenleaf Music είχε ξεπεράσει τις 30 κυκλοφορίες, αλλά και η Φινλανδική TUM Records, η οποία από το 2002 που ξεκίνησε συνεχίζει να λειτουργεί με πυξίδα το μεράκι του δημιουργού της, του δικηγόρου Petri Haussila. Όπως μας είχε πει πριν από τρία χρόνια «Θέλω να συνεργάζομαι μόνο με καλλιτέχνες που έχουν κάτι αυθεντικά δικό τους να πουν. Δεν με επηρεάζουν οι εμπορικές δυνατότητες… έχω την οπτική του λάτρη της τζαζ: παρουσιάζω ό,τι απολαμβάνω εγώ ο ίδιος και ό,τι πιστεύω ότι αξίζει να ακουστεί πιο ευρέως». Μέσα από τέτοια κανάλια ήλθαν στην κυκλοφορία τρεις ηχογραφήσεις, που έχουν κοινό τους γνώρισμα ότι αναπλάθουν το έργο ισάριθμων γνωστών δημιουργών που άμεσα ή έμμεσα σχετίζεται με την τζαζ.

Μέσω του kickstarter επιχείρησε να κυκλοφορήσει το δεύτερο άλμπουμ του με την Bjorkestra ο σαξοφωνίστας Travis Sullivan κάπου στα μέσα του 2010. Το θυμάμαι καλά αφού ενθουσιασμένος από την πρώτη του δουλειά “Enjoy!”, είχα προσφερθεί να συμβάλω κι εγώ στην παραγωγή του με μερικά δολάρια… Η προσπάθεια όμως δεν καρποφόρησε, καθώς δεν μαζεύτηκε το απαιτούμενο ποσό και τελικά βγήκε μετά από τρία περίπου χρόνια από την εταιρεία Zoho Music. Η Bjorkestra είναι η μοναδική (εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζω) big band που το ρεπερτόριό της βασίζεται αποκλειστικά σε συνθέσεις της Bjork. Τρία από τα τραγούδια του I Go Humble (“Hyperballad”; “Hunter” και “Army of Me”) τα ξανασυναντήσαμε και στο “Enjoy!”. Σε αυτό το live ηχογραφημένο το 2009 στο νεοϋορκέζικο Jazz Standard, η ορχήστρα εμφανίζεται σε μια πιο περιορισμένη σύνθεση (με 12 αντί για 18 μέλη), αλλά με το ίδιο rhythm section, λίγο-πολύ τους ίδιους βασικούς σολίστες και παρούσα και εδώ την εξαιρετική φωνητική ερμηνεία της Becca Stevens. Παρ’ όλο που δεν υπάρχουν πολλές εκπλήξεις σε σχέση με το προηγούμενο, το άλμπουμ αφήνει την ίδια αίσθηση ευφορίας. Ο Sullivan γράφει εμπνευσμένες και πρωτότυπες ενορχηστρώσεις, δίνει στα τραγούδια νέες διαστάσεις, μέσω των αυτοσχεδιασμών τούς ανοίγει πρόσθετες δυναμικές και φτάνει σε ένα σπουδαίο αποτέλεσμα συνόλου, χωρίς να απομακρύνεται από την ουσία και το αρχικό πνεύμα των συνθέσεων.

Επαφή: www.bjorkestra.com

Ο Mark Masters με το πολυμελές Ensemble του ακολουθούν άλλη τακτική στο Everything you did(Capri records), που είναι αφιερωμένο στη μουσική που έγραψαν μαζί ο Walter Becker και ο Donald Fagen στην κοινή τους πορεία ως Steely Dan. Συνθέτης και ενορχηστρωτής με μακρά διαδρομή, ο Masters έχει εντρυφήσει στο ρεπερτόριο σημαντικών και αρκετά διαφορετικών μεταξύ τους προσωπικοτήτων όπως ο Grachan Moncur III, ο George Gershwin, ο Jimmy Knepper, ο Dewey Redman και ο Duke Ellington. Έχοντας στη διάθεσή του καταπληκτικούς σολίστες όπως ο Tim Hagans, ο Gary Smulyan, ο Peter Erskine και ο Oliver Lake, αφήνει κατά μέρος στίχους και φωνητικά και εξερευνά με πρωτότυπο τρόπο τις χαρακτηριστικές μελωδίες και τις πλούσιες αρμονίες δέκα πολύ γνωστών τραγουδιών των Steely Dan, κάποια από τα οποία τα ανασκευάζει εκ βάθρων. To “Do it Again” με το θέμα του παιγμένο από το φαγκότο του John Mitchell, μεταλλάσσεται σε πεδίο αυτοσχεδιασμών για αγγλικό κόρνο (Sonny Simmons), άρκο κοντραμπάσο (Hamilton Price) και βαρύτονο σαξόφωνο (Smulyan). Με εξίσου ευφάνταστο τρόπο η μελωδία του “Charlie Freak” ακούγεται από τα χωρίς λόγια φωνητικά της Anna Mjoll με chamber jazz υπόκρουση και οδηγεί σε ένα modal σόλο από το τενόρο του Billy Harper. Όσο για το πασίγνωστο “Aja” γίνεται αγνώριστο με μια σύντομη εκτέλεση, που χαρακτηριστικό της είναι το έντονο κοντράστ ανάμεσα στο δυνατό σουινγκάρισμα και τους ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς από την τρομπέτα του Hagans και το τρομπόνι του Dave Woodley και από την άλλη το θέμα του τραγουδιού που μπαίνει ενδιάμεσα με ένα λεπτό φύσημα του φαγκότου. Όπως έχει πει παλιότερα ο Hagans «ο Mark προσπαθεί να βρει το σημαντικότερο συναισθηματικό συστατικό κάθε κομματιού που ενορχηστρώνει». Σ’ αυτή την προσπάθεια αποκαλύπτει ή εφευρίσκει αθέατες μέχρι τώρα πτυχές στη μουσική του διάσημου διδύμου.

Επαφή: http://caprirecords.com

Ο Yoron Israel είναι ένας session ντράμερ με εκτενέστατη δισκογραφία και μάλιστα κοντά σε χτυπητά ονόματα (όπως Joe Lovano, Kenny Burrell, Larry Coryell και Art Farmer). Αξιόλογη αλλά λιγότερο γνωστή είναι η προσωπική του πορεία. Η τελευταία (πέμπτη) δουλειά του με τίτλο Visions (Ronja Music Company) είναι ένα πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα στη μουσική του Stevie Wonder. Επιλέγοντας ένα μικρό σχήμα, το κουαρτέτο High Standards, με τον Lance Bryant στο σαξόφωνο, τον Lazlo Gardony στο πιάνο και τον Ron Mahdi στο μπάσο, ο Israel σε γενικές γραμμές κρατά τη δομή των τραγουδιών (στην πλειοψηφία τους από το “Innervisions”, το Fulfillingness’ First Finale” και το “Songs in the Key of Life”). Τα αποδίδει όμως με έναν προσωπικό τρόπο, έτσι όπως τα άκουγε μέσα του εδώ και χρόνια, γράφει στο κείμενο που υπάρχει στο εξώφυλλο του CD. Ο γιορταστικός χορός του “Another Star” μετατρέπεται σε καθαρόαιμο σουίνγκ με όμορφους μελωδικούς αυτοσχεδιασμούς από το τενόρο του Bryant και το πιάνο του Gardony, ενώ στο τραγούδι που έδωσε τον τίτλο του στο CD (περιλαμβάνεται σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις), αντί των στίχων του Wonder ο Larry Roland απαγγέλλει ένα δικό του ποίημα, καθώς το σαξόφωνο παίζει το θέμα και αυτοσχεδιάζει. Το “All in Love is Fair” γίνεται παλιομοδίτικη τζαζ μπαλάντα, μετά από μια εισαγωγή του Israel με τα σκουπάκια, ο οποίος στο φιούζον “Contusion” βρίσκει την ευκαιρία να αφήσει το στίγμα του ντράμερ, τόσο στην ελεύθερη εισαγωγή, όσο και στο κλείσιμο με ένα δυνατό σόλο. Ο Thaddeus Hoggarth, που συμμετέχει σε δύο κομμάτια, καταφέρνει με τη φυσαρμόνικά του να αποδώσει τα ηχοχρώματα της φωνής του Stevie Wonder στο “Passionate Raindrops” και με την κιθάρα του δυναμώνει το γκρουβ πάνω από την υποβόσκουσα σάμπα του “Bird of Beauty”.

Επαφή: www.yoronisrael.com

Tags: