Pascal Le Boeuf

      από αριστερά: Justin Brown, Pascal Le Boeuf και Linda Oh

Μεταξύ κονσόλας και αυτοσχεδιασμού

Με δύο σχεδόν ταυτόχρονες κυκλοφορίες, καθεμιά και με άλλο σχήμα, ύφος και προσέγγιση, ο πιανίστας Pascal Le Boeuf εμφανίζει δυο διαφορετικές όψεις του μεγάλου του ταλέντου. Στο Pascals Triangle, ξεκίνησε με την ιδέα να κάνει εκτενή χρήση των ηλεκτρονικών και των δυνατοτήτων του στούντιο, αλλά αυτό που τελικά ηχογράφησε ήταν ένα εντελώς ακουστικό σετ, χρησιμοποιώντας το πιο σύνηθες μικρό σχήμα της τζαζ: ένα πιάνο τρίο. Ο νεαρός από τη Santa Cruz της Καλιφόρνια μαζί με την κοντραμπασίστα Linda Oh και τον ντράμερ Justin Brown, απαρτίζουν ένα interactive τρίπολο, που μέσω της συνομιλίας των τριών οργάνων επεκτείνει διαρκώς τις οκτώ όμορφες μελωδίες (όλες τους γραμμένες από τον πιανίστα). Αν και σύντομο σε διάρκεια το άλμπουμ καταφέρνει στα μόλις 33 του λεπτά να αφήσει μια αίσθηση πληρότητας περνώντας από πολλούς τόπους και αγγίζοντας τους E.S.T.(“Ηome In Strange Places”), τον Bill Evans (“Song For Ben Van Gelder”), τον Chick Corea (“Revisiting A Past Self”), την κλασική μουσική (“Variations On A Mood”).

Αντίθετα το Remixed, όπως λέει κι ο τίτλος του, είναι πλημμυρισμένο από ηλεκτρονικά, λούπες και προετοιμασμένους ήχους. Ο Pascal και ο δίδυμος αδελφός του, ο σαξοφωνίστας Remy Le Boeuf, με τον οποίο μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, επανέρχονται στο υλικό του “In Praise of Shadows”, της προηγούμενης κοινής τους δουλειάς ως Le Boeuf Brothers. Ακολουθώντας εδώ έναν πολύ διαφορετικό τρόπο δουλειάς, αναπλάθουν τις πρωτότυπες συνθέσεις τους, που είχαν ηχογραφηθεί με ένα συμβατικό κουιντέτο, κινούμενοι μεταξύ κονσόλας, πρόσθετου παιξίματος και αυτοσχεδιασμών, αλλά και επιστρατεύοντας το προσόντα μερικών προσκεκλημένων (ξεχωρίζουν η φωνή της Emily Greene και το ραπάρισμα του Nickel Killsmics). Στην ουσία, όπως μας εξηγεί ο Pascal, η διαδικασία του remixing είναι παρόμοια με αυτήν που ακολουθεί ένας μουσικός της τζαζ που επεξεργάζεται αυτοσχεδιάζοντας ένα γνωστό κομμάτι. Τα δυο αδέλφια μάλιστα καλούν μέσω της ιστοσελίδας τους όποιον ενδιαφέρεται να ηχογραφήσει τη δική του εκδοχή για τη μουσική τους, προσφέροντάς τους δωρεάν παρτιτούρες από ακυκλοφόρητες συνθέσεις τους…

επαφή: www.pascalleboeuf.com, http://leboeufbrothers.com

 

Συνέντευξη με τον Pascal Le Boeuf

Τι μουσική άκουγες μεγαλώνοντας στη Santa Cruz;

Ο Remy κι εγώ ακούγαμε πολλή λάιβ τζαζ στο Kuumbwa Jazz Center. Μουσικοί όπως ο Chris Potter, ο Danilo Perez και ο Brad Mehldau ήταν οι πρώτοι τζαζ καλλιτέχνες που ανακάλυψα στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια. Είχα μια ασυνήθιστη συλλογή δίσκων που επεκτεινόταν χρονικά προς τα πίσω, ξεκινώντας από τους σύγχρονους και φτάνοντας προς την πλούσια ιστορία της μουσικής.

Πότε αποφάσισες ότι ήθελες να γίνεις μουσικός;

Πάντα ήθελα να κάνω κάτι δημιουργικό. Είχαμε γονείς επιστήμονες και αναπτύξαμε ενδιαφέροντα και έξω από τη μουσική, οπότε ήταν δύσκολο να διαλέξουμε. Ήθελα να γίνω συνθέτης ή μηχανικός ρομποτικής. Αν και θεωρώ και τους δύο τομείς εξίσου δημιουργικούς, επέλεξα τη μουσική γιατί πίστευα ότι εκεί είχα περισσότερα να προσφέρω. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή χωρίς έναν δημιουργικό τρόπο έκφρασης, είναι το πιο όμορφο από τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Εκτός αυτού η μουσική είναι ένας κοινωνικός τύπος τέχνης και πάντα μου άρεσαν οι συνεργασίες.

Όπως έχεις πει ο τρόπος που βιώνουν τη μουσική οι νεότερες γενιές έχει αλλάξει. Πώς επηρεάζει αυτό τη δική σου προσέγγιση; Πιστεύεις ότι οι νέοι βιώνουν διαφορετικά τη μουσική και στις συναυλίες;

Ως ένας της «νεότερης γενιάς» πιστεύω ότι μπορεί κανείς να αγκαλιάσει τη μουσική σε διάφορα επίπεδα. Εκτός από την ομορφιά που βρίσκεται στη λαμπερή φωτιά μιας ζωντανής εκτέλεσης, έχω αναπτύξει μεγάλη εκτίμηση στο να ακούω μουσική σε hi-fi με καλά ακριβή ακουστικά. Θεωρώ ότι αυτό είναι πιο σύνηθες για τη νέα γενιά και κάτι που πολλοί αφοσιωμένοι φίλοι της τζαζ δεν καταλαβαίνουν. Από την άλλη οι νέοι είναι λιγότερο εξοικειωμένοι με την αισθητική της στιγμιαίας αλληλεπίδρασης που έχει η ζωντανή τζαζ. Πολλά δημοφιλή συγκροτήματα επιχειρούν να αναδημιουργούν την εμπειρία των ακουστικών παίζοντας με έτοιμη υπόκρουση. Έτσι χάνεται η ομορφιά που δημιουργεί η πραγματικά ζωντανή μουσική. Δεν θεωρώ καλύτερη ούτε την εμπειρία της ζωντανής μουσικής ούτε εκείνη που βασίζεται στα ακουστικά. Καθεμιά έχει τις αξίες της. Μου αρέσει να δημιουργώ μουσική που μπορεί να εκτιμηθεί και στα δύο αυτά επίπεδα.

Ως παραγωγός και ηλεκτρονικός μουσικός τρέφω μεγάλη εκτίμηση στα λεπτά σημεία που βρίσκονται στο να κάνεις με δημιουργικό τρόπο την ηχογράφηση, την παραγωγή, το μιξάρισμα και ασυνήθιστη ηχητική επεξεργασία. Επίσης προτιμώ τα τραγούδια να έχουν μια λογική διάρκεια, ώστε να επιτρέπουν στον ακροατή να διατηρεί επαφή με ολόκληρη την εξέλιξή τους. Σε πολλές τζαζ κυκλοφορίες απουσιάζει η δημιουργική παραγωγή και υπάρχει πολύς χώρος για νέες δυνατότητες αν ενσωματωθούν παράγοντες όπως το audio FX, το remixing, το reverse audio, κτλ. Ξέρω ότι όλα αυτά απουσιάζουν από την παραδοσιακή τζαζ, γιατί μόλις πρόσφατα έγιναν διαθέσιμα στους περισσότερους μουσικούς, αλλά ως συνθέτης πιστεύω ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάθε μέσο για να δώσουμε σχήμα στον ήχο. Δυστυχώς πρέπει να γίνουν και μερικές θυσίες όταν δημιουργούμε μουσική με αυτόν τον τρόπο. Όταν γίνεται πολλή παραγωγή, συχνά η ηχογραφημένη εκτέλεση δεν μπορεί να αναπαραχθεί ζωντανά. Αυτού του είδους η μουσική βιώνεται καλύτερα με καλά ακουστικά, ώστε να ακούσει κανείς όλες τις λεπτομέρειες.

Όσο για τη ζωντανή μουσική λυπάμαι τη σημερινή γενιά, όταν σκέφτομαι πόσο εύκολα μπορεί να καταστραφεί μια εμπειρία με τα μέτρια ηχητικά συστήματα και τους απαίδευτους ηχολήπτες. Πόσα σημερινά σόου είναι εντελώς ακουστικά ακόμη και στα τζαζ κλαμπ; Πρέπει να αντιληφθούμε τη σημασία του ηχητικού συστήματος και του ηχολήπτη. Είναι πολύ θλιβερό ένας καλλιτέχνης να ξοδεύει χρόνια ολόκληρα να φτιάξει έναν ήχο και να μην μπορεί να τον μοιραστεί με το κοινό παρά μόνο αν συνοδεύεται είτε από ακουστικά είτε από ηχητικές αλλοιώσεις. Είναι κάτι που χαρακτηρίζει τις νεότερες γενιές, που οφείλεται στο περιορισμένο ενδιαφέρον τους για τα λάιβ και που ελπίζω να αλλάξει.

Για το νέο άλμπουμ σου σκόπευες αρχικά να χρησιμοποιήσεις και ηλεκτρονικά. Πώς κατέληξες σε ένα εντελώς ακουστικό τρίο;

Κατά τη δημιουργική διαδικασία αναρωτιέμαι διαρκώς για ό,τι κάνω. Δουλεύει; Στέκει από καλλιτεχνική άποψη; Φτάνει σε μένα πλήρες νοήματος; Όταν ξεκινώ να στήσω κάτι, δεν με πειράζει να το αλλάξω στα μέσα της διαδρομής. Συχνά εμφανίζονται λάθη, μεταστροφές και νέες ιδέες μερικές φορές οδηγούν τη δουλειά εξίσου με την αρχική πρόθεση. Συχνά γράφω πολλαπλά τραγούδια - κάποιες φορές σε διαφορετικά μουσικά είδη - χρησιμοποιώντας μόνο ένα σημείο εκκίνησης. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να κάνω κάτι διαφορετικό που να δουλεύει.

Αρχική μου πρόθεση γι αυτό το άλμπουμ ήταν να βασίζεται στην παραγωγή συνδυάζοντας αυτοσχεδιαστική τζαζ και ελεκτρόνικα. Ξανακοιτάζοντας τις πρώτες ηχογραφήσεις, συνειδητοποίησα ότι είχαμε συγκεντρώσει υλικό για δύο ξεχωριστά άλμπουμ. Μου άρεσαν πολύ τα ακουστικά στοιχεία όπου δεν υπήρχαν καθόλου ηλεκτρονικά. Για παράδειγμα το "Home In Strange Places" είναι επηρεασμένο από το "Cloud of Flies" του Louis Coles. Ηχογραφήθηκε με ένα διαρκές σολ ύφεση από ανεστραμμένο σαμπλ πιάνου σε κάθε όγδοο πέμπτης. Αν και δεν το περιλάβαμε αυτό το σαμπλ στο CD, αν το ακούσει κανείς θα διαπιστώσει ότι το τραγούδι ακολουθεί ακριβώς τον μετρονόμο. Ο Justin είναι σπουδαίος στο να διατηρεί τη ρυθμική του ελευθερία και δημιουργικότητα όταν παίζει με ένα κομπιούτερ.

Έχεις πει ότι υπάρχει ομοιότητα ανάμεσα στους καλλιτέχνες που με τη χρήση των ηλεκτρονικών κάνουν remix τις ιδέες άλλων και στους μουσικούς της τζαζ που ερμηνεύουν τα στάνταρντ…

Και στις δυο περιπτώσεις καλλιτέχνες με διαφορετικά μουσικά λεξιλόγια ερμηνεύουν συνθέσεις άλλων. Δεν είναι μόνο η αισθητική της τζαζ, είναι η παράδοση που χτίστηκε πάνω στην ιστορία αυτής της μουσικής. Το βλέπω σαν μια φυσική εξέλιξη για την τζαζ που συνδυάζει τα μέσα που επιτρέπει η σύγχρονη τεχνολογία στις ηχογραφήσεις.

Μίλησέ μας για την ιδέα σας να κάνετε το άλμπουμ “Remixed

Έχω παρατηρήσει ότι η κοινότητα της ηλεκτρονικής μουσικής αναπτύσσεται με τα συνεργατικά remix. Αν και η ηλεκτρονική παραγωγή είναι εν γένει μια μοναχική διαδικασία, οι καλλιτέχνες έχουν καταφέρει να αναπτύξουν μια κοινότητα αναπλάθοντας τις ιδέες ο ένας του άλλου με το remix, ενώνοντας δυο τραγούδια μεταξύ τους, ανασυνθέτοντας κτλ. Για μένα αυτό είναι παρόμοιο με ό,τι έκαναν οι μουσικοί της τζαζ με τα τραγούδια των παλιών show. Με τον ίδιο τρόπο οι ηλεκτρονικοί παραγωγοί αναπτύσσουν με remix διαφορετικές εκτελέσεις των σημερινών standard. Με άλλα λόγια το remixing είναι παρόμοιο με τη στιγμιαία πράξη του αυτοσχεδιασμού. Θα μπορούσα να αναπτύξω μια ιδέα σε ένα σόλο, στο οποίο θα ανταποκριθεί ο Justin ερμηνεύοντας την ιδέα μου. Το ίδιο γίνεται και με το remixing, αλλά σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου και με ολόκληρη τη σύνθεση: εγώ κάνω την ηχογράφηση και με το remix ο καλλιτέχνης ανταποκρίνεται με τη δική του ερμηνεία στην ιδέα μου. Υπάρχουν πολλοί στην κοινότητα της τζαζ που ασπάζονται το πάθος αυτό για την ηλεκτρονική μουσική και το “Remixed” φέρνει στο φως τη σχέση ανάμεσα στις δύο μουσικές και τους καλλιτέχνες τους και τις τεράστιες δυνατότητες που υπάρχουν για συνεργασίες.

Ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια;

Θα κάνω περιοδεία στην Καλιφόρνια με το Pascal's Triangle και τον Dayna Stephens. Με τον Dayna δουλεύουμε μερικές ηχογραφήσεις που συνδυάζουν τζαζ με παραγωγή που βασίζεται στα ηλεκτρονικά και ελπίζουμε να τις κυκλοφορήσουμε σύντομα. Επίσης σχεδιάζω να κυκλοφορήσω ηχογραφήσεις που έκανα με τον Ben Van Gelder, την Linda Oh, τον Justin Brown, τον Amborse Akinmusire και άλλους. Επίσης με την Linda και τον Justin μόλις τελειώσαμε την ηχογράφηση ενός άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Με τον Remy είμαστε στη διαδικασία της σύνθεσης για το επόμενο άλμπουμ των Le Boeuf Brothers, όπου θα υπάρχουν έγχορδα και θα περιλαμβάνει τη δουλειά που έκανε για τη Chamber Music America με τίτλο "A Dream: The Musical Imagination of Franz Kafka". 

 

Tags: