Mark Masters Ensemble, παράξενο ταίριασμα

Η ειδικότητα του ενορχηστρωτή και bandleader Mark Masters είναι να κάνει με το Ensemble του άλμπουμ-αφιερώματα σε σημαντικές μορφές από τον ευρύτερο χώρο της τζαζ. Το έχει επιχειρήσει ουκ ολίγες φορές με τη μουσική του Jimmy Knepper, του Clifford Brown, του Lee Konitz, του George Gershwin, του Gary McFarland, του Dewey Redman, του Duke Ellington και πρόσφατα των Steely Dan. Το “Blue Skylight” και πάλι από την Capri Records -ως συνήθως τα τελευταία 15 χρόνια- είναι η πιο “περίεργη” μέχρι τώρα προσπάθειά του. Περίεργη γιατί εδώ επιλέγει να ασχοληθεί με το έργο του Charles Mingus και του Gerry Mulligan, δύο μουσικών που ούτε ως συνθέτες, ούτε και ως ερμηνευτές μοιάζουν να μοιράζονται πολλά κοινά στοιχεία.

Ο τρομπετίστας Tim Hagans, σολίστας σε αρκετές από τις προηγούμενες δουλειές του Masters, έρχεται κατά κάποιο τρόπο να δώσει την εξήγηση. “Η ενορχήστρωση είναι σύνθεση κι αν η φωνή του ενορχηστρωτή είναι πολύ προσωπική και εξελιγμένη, ο αρχικός συνθέτης εξασθενεί μπροστά στη μουσική άποψη του ενορχηστρωτή, Όταν ακούω το Porgy and Bess του Miles, ξεχνώ ότι στην πραγματικότητα συνθέτης είναι ο George Gershwin. Και όταν ο Mark ηχογράφησε το δικό του Porgy and Bess το επανακαθόρισε, δεν άκουγες πουθενά Gil Evans”, σημειώνει ο Hagans που εδώ επιστρατεύτηκε όχι για να παίξει αλλά για να γράψει τα liner-notes του άλμπουμ. Με λίγα λόγια εννοεί ότι ο Masters δεν αναπαράγει τη μουσική του Mingus και του Mulligan, αλλά τη μετασχηματίζει δίνοντάς της τη δική του σφραγίδα.

Αν και θα ήταν τουλάχιστον υπερβολή να πούμε ότι με το “Blue Skylight” επανακαθορίζει τις συνθέσεις των δύο δημιουργών, ο Masters έχει κάνει κι εδώ σπουδαία ενορχηστρωτική δουλειά και προσθέτει ένα ακόμη αξιόλογο άλμπουμ στην πλούσια δισκογραφία του. Χωρίς να χρησιμοποιεί ιδιαίτερα μοντέρνες τεχνικές, κινείται πάντα εντός bop ή γύρω από αυτό, με καθαρό ήχο, μελωδίες και κίνηση που έχουν πρώτη προτεραιότητα το swing. Φτιάχνει εν τέλει σε ένα ομοιογενές σύνολο, σε βαθμό που δύσκολεύεται κανείς να πει με σιγουριά ποια κομμάτια ανήκουν στον ένα και ποια στον άλλο συνθέτη, μιας και αυτά που έχουν επιλεγεί -ιδίως του Mulligan- δεν είναι και τα πιο γνωστά τους.

Το Mark Masters Ensemble, που το μέγεθος και η σύνθεσή ποικίλουν από άλμπουμ σε άλμπουμ, εδώ έχει τη μορφή σεπτέτου, που στελεχώνεται με μερικούς εκ των εμπειρότερων μουσικών από τη σκηνή της Δυτικής Ακτής. Όλη η γκάμα των σαξοφώνων καλύπτεται από τον Gary Foster (άλτο), τον Jerry Pinter (τενόρο και σοπράνο), τον Gene Cipriano (τενόρο) και τον Adam Schroeder (βαρύτονο) και ένα rhythm section αποτελούμενο από τον Ed Czach (πιάνο), τον Putter Smith (μπάσο) και τον Kendall Kay (ντραμς), ενώ στα περίπου κομμάτια του Mulligan o Cipriano και ο Adam Schroeder αποσύρονται και τη θέση τους παίρνουν ο τρομπονίστας Les Benedict και ο τρομπετίστας Ron Stout. Κομμάτι με το κομμάτι όλοι τους περνούν από τη θέση του σολίστα με μετρημένες και ουσιαστικές αυτοσχεδιαστικές γραμμές, όμως εκείνοι που βγαίνουν μπροστά τις περισσότερες φορές είναι ο Foster, ο Pinter και ο Putter Smith, ένας τεράστιος μπασίστας που στα πάνω από 60 χρόνια της καριέρας του έχει παίξει με τον ίδιο τον Mulligan, αλλά και τον Thelonious Monk, τον Art Blakey, τον Duke Ellington και πολλούς ακόμη από τους μεγάλους της τζαζ.

http://caprirecords.com

Tags: