Rich Halley

Το φυσικό τοπίο του Όρεγκον, στο βορειοδυτικό άκρο των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι το ασφαλές καταφύγιο του σαξοφωνίστα Rich Halley. Σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε, δέθηκε με την άγρια ομορφιά του και του δόθηκε το ερέθισμα για να σπουδάσει βιολογία στο πανεπιστήμιο του Πόρτλαντ. Εκεί περνά τον χρόνο του όταν κάνει ανάπαυλα από τη μουσική και οι εικόνες που αντικρίζει καθρεφτίζονται όλο και πιο έντονα στις δουλειές με το μόνιμο κουαρτέτο του Rich Halley 4.

Από τα παιδικά του χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ακούγοντας στο ραδιόφωνο τις αμερικάνικες επιτυχίες, άρχισε να παίζει κλαρινέτο και σαξόφωνο. Το σαξόφωνο τον οδήγησε στον Charlie Parker, τον Sonny Rollins και τον Coltrane και έφηβος ακόμη συμμετείχε στα πρώτα του τζαζ συγκροτήματα. «Αυτό που αρχικά με τράβηξε στην τζαζ» λέει «ήταν ότι η αίσθηση που μου προκαλούσε ο Coltrane ήταν ανάλογη με ό,τι αισθανόμουν όταν βρισκόμουν πάνω στα βουνά». Το 1966 πηγαίνοντας για σπουδές στο Σικάγο ήλθε σε επαφή με την AACM και τη δημιουργική, αλλά και την μπλουζ σκηνή της πόλης που γνώριζαν μεγάλη άνθηση. Στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο ξεκίνησε να μελέτά βιολογία και ανθρωπολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πόρτλαντ. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ασχολήθηκε πιο επαγγελματικά με τη μουσική και κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ το 1983.

Εδώ και χρόνια δουλεύει σταθερά με το Rich Halley 4, που συμπληρώνουν ο γιος του Carson στα τύμπανα, ο τρομπονίστας Michael Vlatkovich και ο μπασίστας Clyde Reed, μένοντας πιστός σε έναν ήχο όπου συνυπάρχουν τα στοιχεία της παράδοσης που φτάνουν μέχρι τη Νέα Ορλεάνη, με την αρμονική χαλαρότητα, την απροσδόκητη εξέλιξη και τις θορυβώδεις ακροβασίες της free jazz. “Crossing the Passes” λέγεται το δέκατο πέμπτο άλμπουμ για τον σαξοφωνίστα, που το εμπνεύστηκε από μια πρόσφατη εκδρομή στα βουνά Wallowa στο βορειοανατολικό Όρεγκον. Έχοντας ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην περιοχή, είχε ξαναβρεθεί εκεί κι άλλες φορές, αλλά τον περασμένο Αύγουστο διέσχισε για πρώτη φορά την οροσειρά σε όλο της το μήκος. Προσπάθησε λοιπόν τη νέα ολοκληρωμένη του εμπειρία να τη μεταφέρει σε αυτήν τη στούντιο ηχογράφηση, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει πολλά σε αυτό που συνηθίζει να κάνει, αφού βασικά συστατικά της μουσικής του είναι ο φυσικός ήχος, τα γήινα ηχοχρώματα, οι έντονες ρυθμικές αλλαγές και ο αέρας της ελευθερίας.

http://www.richhalley.com

Συνέντευξη με τον Rich Halley

Η άποψη που επικρατεί είναι ότι η τζαζ συνδέεται με την κίνηση και την ενέργεια της πόλης…

Η τζαζ είναι σύνθετη, έντεχνη μουσική και η έντεχνη μουσική ως επί το πλείστον απαντάται στα αστικά κέντρα, όπου συγκεντρώνονται οι άνθρωποι που έχουν έντονο ενδιαφέρον γι αυτήν. Πιστεύω ότι η επίδραση του περιβάλλοντος της μεγάλης πόλης στην πραγματικότητα είναι έμμεση. Αφορά περισσότερο τον περίγυρο της τζαζ και συχνά το πώς ζουν οι μουσικοί, παρά την ίδια τη μουσική. Ο Duke Ellington είπε κάποτε πως του φαινόταν παράλογο ότι τα φιλμ για τη φύση είχαν πάντοτε σαν υπόκρουση ευρωπαϊκή κλασική μουσική, ενώ η μουσική αυτή δεν αντανακλά, ούτε σχετίζεται με τη φύση περισσότερο από την τζαζ, ή οποιονδήποτε άλλο τύπο μουσικής. Συμφωνώ απόλυτα με την άποψή του.

Πώς επιδρά στη μουσική σου προσέγγιση το ότι έχεις σπουδάσει βιολογία και το ότι ζεις κοντά στη φύση;

Πιστεύω ότι η τέχνη κατά κάποιο τρόπο αντανακλά τη ζωή του καλλιτέχνη. Έχω πράγματι σπουδές βιολογίας και περνώ αρκετό καιρό στην άγρια φύση γιατί τη λατρεύω. Αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου εδώ και χρόνια. Συνεπώς επηρεάζει τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο και αυτό αποτυπώνεται με διάφορους τρόπους στη μουσική που δημιουργώ. Πολλές από τις εικόνες που μου έρχονται όταν συνθέτω σχετίζονται με τη φύση και αυτό φαίνεται συχνά από τους τίτλους τους. Εκτός αυτού αν ζεις στη φύση προσαρμόζονται σε ένα βαθμό και οι ρυθμοί του σώματος και αυτό μπορεί να περάσει στο πώς αισθάνεσαι τη μουσική.

Έζησες στο Σικάγο στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μια εποχή κατά την οποία η AACM και η δημιουργική σκηνή ήταν πολύ ενεργές.

Ζώντας τότε στη νότια πλευρά του Σικάγο άκουσα πολλούς από τους τύπους της AACM και έπαιξα με μερικούς από αυτούς. Δυο πράγματα με επηρέασαν κυρίως. Το πρώτο ήταν ότι δεν φοβόταν να κάνουν πράγματα με τον δικό τους τρόπο. Ήταν έτοιμοι να πειραματιστούν και να δουν τι θα προκύψει, αντί να ακολουθήσουν κάποια πρότυπα που καθόριζαν το πώς θα έπρεπε να είναι η μουσική. Μου άρεσε το ότι ήταν πρόθυμοι να δοκιμάσουν καινούρια πράγματα χωρίς προκαταλήψεις. Το δεύτερο ήταν ότι μου άρεσε που δούλευαν σαν κοινότητα και αυτό ωφέλησε πολλούς μουσικούς που ένωσαν τις προσπάθειές τους. Έκανε πιο ορατά αυτά που συνέβαιναν και δημιούργησε κάτι σαν μια κρίσιμη μάζα που οδήγησε στο να παραχθεί περισσότερη μουσική.

Από τεχνική άποψη η επιρροή ήταν πιο περιορισμένη, καθώς προερχόμουν από το bebop και με ενδιέφερε πολύ η ανάπτυξη μελωδικών και αρμονικών γραμμών, κάτι που φτάνει σε πολύ υψηλό επίπεδο σε αυτή τη μουσική. Εκείνος που σίγουρα με επηρέασε περισσότερο ήταν ο σαξοφωνίστας Fred Anderson, γιατί η μουσική του ήταν μια ελεύθερη προέκταση του bebop και μπορούσε να διηγηθεί ιστορίες με το σαξόφωνό του. Θυμάμαι ότι μου είχε πει πως ο Charlie Parker ήταν πολύ πιο σημαντικός από τον Ornette, κι αυτό δείχνει την οπτική του. Απολάμβανα και τη μουσική του Anthony Braxton που πάντοτε δούλευε κάτι καινούριο, ενώ στο Art Ensemble (στην αρχική του σύνθεση με τον Phillip Wilson στα τύμπανα) μου άρεσε ειδικά ο τρόπος που αυτοσχεδίαζαν ομαδικά και δημιουργούσαν συλλογικές συνθέσεις. Στο Rich Halley 4 χρησιμοποιούμε πολύ το κόνσεπτ της συλλογικής σύνθεσης, αν και με αρκετά διαφορετικό τρόπο.

Οι πρώτες σου εμπειρίες σαν επαγγελματίας μουσικός με συγκροτήματα rhythm and blues, παίζουν κάποιο ρόλο στη δημιουργική διαδικασία που ακολουθείς:

Όταν ήμουν στο Σικάγο έπαιζα κυρίως με blues και rhythm and blues συγκροτήματα. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη επιρροή του Σικάγο στο παίξιμό μου. Τα blues είναι πολύ βασικά στην Αμερικάνικη μουσική. Μιλούν για πράγματα που αφορούν ολόκληρο τον κόσμο αλλά με έναν ξεχωριστό αμερικάνικο τρόπο. Με έμαθαν να διηγούμαι μια ιστορία χρησιμοποιώντας δραματικές αντιθέσεις και δυναμικές. Η ουσία τους δεν βρίσκεται στο πόσες νότες και πόσο περίπλοκα πράγματα παίζεις, αλλά στο ατόφιο συναίσθημα και στο πώς να μάθεις αυτό που λέμε “do more with less”. Αυτά είναι βασικά στοιχεία της μουσικής που παίζω σήμερα.

Γιατί συνήθως προτιμάς να παίζεις με σχήματα χωρίς πολυφωνικά όργανα;

Αυτό συνέβη κυρίως λόγω της διαθεσιμότητας των μουσικών που τα γούστα τους ταιριάζουν με τα δικά μου. Τα σχήματα αυτά σίγουρα αφήνουν περισσότερα περιθώρια στη μουσική και παρέχουν σημαντικό κοντράστ με έναν δραματικό τρόπο στους ήχους που δημιουργούμε. Επιτρέπουν μεγαλύτερη αρμονική ελευθερία και δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία. Δουλεύω με ανθρώπους που έχουν παρόμοιες αντιλήψεις και μου αρέσει να παραμένω μαζί τους για αρκετό καιρό, έτσι ώστε το γκρουπ να εξελίσσεται. Στο Rich Halley 4 η μουσική ρέει με εντελώς φυσικό τρόπο και έχουμε μεταξύ μας τέτοια εμπιστοσύνη, που θεωρούμε ότι όταν παίζουμε η μουσική προχωρά από μόνη της από τη στιγμή που εμείς απλά ακούμε ο ένας τον άλλο.

Έχεις πει ότι η πραγματική παράδοση της τζαζ είναι να επεκτείνει κανείς την παράδοση…

Για μένα αυτό είναι η σύνοψη της ιστορίας της τζαζ. Όλοι οι σημαντικοί μουσικοί αφομοίωσαν ότι προηγήθηκε και το επέκτειναν με προσωπικό τρόπο κάνοντας δικό τους. Με αυτή τη διαδικασία εξελίχθηκε η μουσική. Δεν πρόκειται απλά για το να κάνεις κάτι διαφορετικό. Χρειάζεται κάποια γνώση του τι προϋπήρξε έτσι ώστε να υπάρξουν τα θεμέλια για να δουλέψει κανείς και να επιλέξει αυτά στα οποία θα δώσει έμφαση και θα προσθέσει νέα στοιχεία και αυτά που θα αγνοήσει. Διαφορετικά αυτό που θα παραχθεί δεν θα είχε αρκετό βάθος.

Τι εννοείς όταν λες ότι η μουσική του Ornette Coleman είναι πολύ straightforward;

Η μουσική του είναι πολύ παραδοσιακή. Βασίζεται στα blues, οι σολίστες παίζουν με συναίσθημα και διηγούνται με τα όργανά τους ιστορίες, το rhythm section παίζει αισθητά γκρουβ. Τα ίδια που θα μπορούσες να πεις και για τον Count Basie! Είναι αλήθεια ότι η μουσική του Ornette γενικά δεν χρησιμοποιεί επαναλαμβανόμενες αρμονικές δομές και ότι επικρατούν οι ομαδικοί αυτοσχεδιασμοί, και όχι σόλο υπό τη συνοδεία rhythm section. Συνολικά όμως τη βρίσκω πολύ παραδοσιακή και αισθανόμουν το ίδιο από την πρώτη φορά που άκουσα τον Ornette τη δεκαετία του ‘60.

Το συναρπαστικό πράγμα με την αυτοσχεδιαζόμενη μουσική είναι ότι δημιουργείται επί τόπου και ότι δεν ξέρεις εκ των προτέρων πώς θα εξελιχθεί. Αυτό είναι ταυτόχρονα και επικίνδυνο γιατί όλα εξαρτώνται από την έμπνευση της στιγμής…

Στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό υπάρχει πολύ ρίσκο. Αν οι μουσικοί δεν ακούν πραγματικά καλά και δεν είναι διατεθειμένοι να πάρουν μουσικές αποφάσεις που θα υποστηρίξουν τη συνολική προσπάθεια, το αποτέλεσμα μπορεί εύκολα να γίνει κακό και εγωκεντρικό. Στο Rich Halley 4 μας ενδιαφέρει να διηγούμαστε μουσικές ιστορίες σαν γκρουπ. Αν και αρκετά από αυτά που παίζουμε προέρχονται από γραμμένα μέρη, το 95% είναι αυθόρμητο. Δεν δομούμε τα πράγματα εκ των προτέρων, όταν παίζουμε μια σύνθεση έχουμε εμπιστοσύνη ότι θα εξελιχθεί αυθόρμητα εκείνη τη στιγμή και κάθε εκτέλεση είναι διαφορετική από την προηγούμενη. Σαν συγκρότημα έχουμε μερικές κοινές αξίες: τη σημασία του να έχεις προσωπικό ήχο στο όργανό σου, την ευρεία χρήση της παράδοσης ως σημείου αναφοράς, τη σημασία του συναισθήματος, την πρόθεση να παίρνεις ρίσκα, και φυσικά τις ρίζες στα μπλουζ.

Ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια;

Μόλις κυκλοφόρησε το νέο μας CD “Crossing The Passes” και είμαι πολύ ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα. Δουλεύω για μια καινούρια ηχογράφηση με τον Bobby Bradford, με τον οποίο έχω συνεργαστεί αρκετά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και πάντοτε το απολαμβάνω να παίζω μαζί του. Σκέφτομαι επίσης να κάνω μια ντούο ηχογράφηση με τον Carson για σαξόφωνο και κρουστά.

Tags: